Warning: Memcache::addserver() expects parameter 2 to be long, string given in /home/pinged2/webapps/maranathagr/libraries/joomla/cache/storage/memcache.php on line 84
 ΣΠΙΛΟΩ (ΣΠΙΛΟΥΝ)
spacer.png, 0 kB

alt

" Η έρημος και η άνυδρος θέλουσιν ευφρανθή δι' αυτά, και η ερημία θέλει αγαλλιασθή και ανθήσει ως ρόδον."

Ησαίας 35,1 

 
              ΜΑΡΑΝΑΘΑ!
       Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΥΧΗ
       ΕΛΑ ΧΡΙΣΤΕ ΞΑΝΑ!

    
          ΜΑΙΟΣ 2017       


Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1 2 3 4  5 6 7
8 9 10 11 12 13 14
15 16 17 18 19 20 21
22 23 24 25 26 27 28
29 30 31        

spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
ΣΠΙΛΟΩ (ΣΠΙΛΟΥΝ)
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   
Παρασκευή, 27 Ιούλιος 2007 03:08

Σπιλόω (Σπιλούν)

Ιακ. 3/6, Ιουδ 23

  1. Κηλιδώνω – Λερώνω – Στιγματίζω – Μολύνω – Κάμνω κάτι να είναι μιαρό, σιχαμένο. Ρυπώνω. Σπάνια «σπιλούμαι», «εσπιλωμένος», λερωμένος, ακάθαρτος. Κυρίως επί ηθικής και πνευματικής σημασίας. Λεκιάζω.

  2. «Η γλώσσα ..... η σπιλούσα» (Ιακ 3/6). Μολύνει, δηλητηριάζει, βρωμίζει.

  3. «Εσπιλωμένον χιτώνα» (Ιουδ. 23) Βρώμικο. Από αμαρτία μολυσμένο. Λερωμένο. Σιχαμένο. Απεχθή.

Σπίλος

  1. Στίγμα. Σημάδι. Κηλίδα. Λέρωμα αλλά και καίριο ελάττωμα. Κυρίως σωματικά. Ακαθαρσία, μίασμα, όχι σπάνια παρανομία. Οι Αττικοί χρησιμοποίησαν τον όρο «κηλίς» λεκές, λέρα.

  2. «μη έχουσαν σπίλον» (Εφ. 5/27). Ηθική, πνευματική κηλίδα.».......», ως νύμφη. Η εκκλησία. χωρίς στίγμα.

  3. «σπίλοι και μώμοι» (Β’ πετρ. 2/13) Ψεγάδια. Λερώματα. Και ακάθαρτοι, μολυσμένοι.

Σπιλάς

  1. Η «σπιλάς» και ο «σπίλος».Πάντοτε από το ρήμα «σπιλάω». Κηλίδα και «σπέλος» («καταστικτον σπιλάδδεσι πυραήσιν»)

  2. «ούτοι εισιν οι εν ταις αγάπαις υμών σπιλάδες» (Ιούδ.12) Κηλίδες. Βρωμιές. Αμαρτωλές ασχήμιες. Λερώματα.

Άσπιλος

  1. Το στερητικό «άλφα» και «σπίλος» Ακηλίδωτος. Αμόλυντος, αγνός, άμωμος. τελείως καθαρός.

  2. «τηρήσαι την εντολήν άσπιλον» (Α’ Τιμ 6/13) Άμωμη. Ακηλίδωτη. Πεντακάθαρη. Αγία. Άψογη. Αμόλυντη

  3. «Άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου» (Ιακ 1/27). Αμόλυντο, καθαρό, άμωμο, ακηλίδωτο, άγιο, ξεχωριστό. Στο σημείο αυτό ίσως πρέπει να προσεχθεί και το «ανέγκλητος» στην έννοια, μη δώσει αφορμή λαβή, αιτία, περιθώρια για να εγκαλέσουν. «Α! εσύ λοιπόν είσαι που έλεγες... Σ’ έπιασα!»

  4. «αλλά τιμίω αίματι ως Αμνού αμώμου και ασπίλου (Α’Πετρ. 1/19). Άσπιλος Αμνός. Χωρίς ψεγάδι. Στην απόλυτη έννοια της αγιότητας. Ας σημειώσουμε ότι το Άγιο Πνεύμα χρησιμοποιεί την ίδια λέξη «άσπιλος» για τον Κύριο και για καθένα των δικών Του!

  5. «.... σπουδάσατε άσπιλοι και αμώμητοι ευρεθήναι» (Β’ Πετρ 3/14) Αψεγάδιαστοι. Ακηλίδωτοι.Άμωμοι. Αμόλυντοι. Απαστράπτοντες. Καθαροί. Άγιοι. Πεντακάθαροι.

Μωμάομαι (μωμέομαι) Μωμεύω – Μωμασθαι

  1. Με αόριστο «εμωμησάμην» και «μωμάσατο» βρήκε σε κάποιον σφάλμα αλλά και «εμωμήθην» κατηγορήθηκα. Ίσως από τη ρίζα «μάω» ή κατ’ άλλους «μεμ» (μέμφομαι). Και κατηγορώ, επιπλήττω, προσβάλλω. Ψέγω. Ελέγχω σε γενική έννοια. Μέμφομαι κάποιον και «μωμητός», αξιόμεμπτος.

  2. «ινα μη μωμηθή η διακονία» (Β’ Κορ. 6/3) Για να μη λεκιαστεί. Λερωθεί. Κηλιδωθεί. Κατηγορηθεί το έργο του.

  3. «στελλόμενοι τούτο μη τις ημας μωμήσηται εν τη αδρότητι ταύτη...» (Β’ Κορ 8/20) Διατηρήσαμε, διακρατήσαμε κάποιες επιφυλάξεις, δισταγμούς, μήπως και κάποιος μας ρίξει καμιά κηλίδα, κατηγορία, μομφή σε σχέση με το πραγματικά πλούσιο σε χρήματα αποτέλεσμα τούτου του εράνου.

  4. Μώμος, ο Θεός της μομφής! Και «μώμαρ». Στον Ησύχιο «μύμαρ». Αίσχος. Φόβος. Ντροπή. Ψόγος. Και «μωμητέον», «μώμαρ» (αίσχος), «μωμοεπιρρίπτης», «μωμηλός», «μώμησις», μωμητέος», «μωμητής», «μωμοσκοπεώ», «μωμοσκόποι» κλπ.

Μώμος

  1. «μώμον ανάψαι» (Οδ Β 86), ρίξει μώμον. Προσάψει όνειδος, κατηγορία. Λασπώσει. «... βροτών μώμοι, ριζιλίκι για τους ανθρώπους.

  2. «σπίλοι και μώμοι» (Β’ Πετρ. 2/13) Πρόκειται για κηλίδες, ψεγάδια, ακάθαρτους.

 

 

Άμωμος

  1. Το στερητικό «άλφα» και «μώμος». Ο δίχως μώμο. Ο αψεγάδιαστος, χωρίς κάποια ατέλεια. Ακέραιος. Δίχως ελάττωμα.

  2. «Αμωμότης». Αγνότης. Δίχως ψεγάδι.

  3. Χωρίς ελάττωμα. Άμεμπτος και επίρρημα «αμώμως».

  4. «... είναι ημας αγίους και αμώμους (Εφ ¼) καθαροί. Ακατηγόρητοι. Ακηλίδωτοι. Άμεμπτοι.

  5. «..... αλλ’ίνα η αγία και άμωμος» (Εφ 5/27)

  6. τέκνα Θεού άμωμα”Φιλ 2/15). Χωρίς ψόγο, κατηγορία, μομφή. Δίχως, δεν δίδει αιτία, ψόγον, μομφή, κατηγορία.

  7. «παραστήσαι ημας αγίους και αμώμους» (Κολ 1/22). Χωρίς μομφή, κατηγορία, ψεγάδι.

  8. «Εαυτόν προσήνεγκεν άμωμον τω Θεώ» (Εβρ 9/14). Χωρίς κηλίδα, ψεγάδι, χωρίς να δώσει δικαίωμα κατηγορίας. Τελείως καθαρόν.

  9. «...... ως Αμνού Αμώμου...» (Α’ Πετρ. 1/19) Δίχως «μώμο» στη έννοια του προσφερόμενου Αμνού στην Π. Διαθήκη αλλά και απόλυτα Άγιου, αψεγάδιαστου, τέλειου, απόλυτα καθαρού.

  10. «.... άμωμοι γαρ εισιν» (Απ. 14/5) Γιατί είναι αψεγάδιαστοι. Ακηλίδωτοι.

Αμώμητος

  1. Αυτός που δεν έχει μωμηθεί. Ο άμεμπτος χωρίς ίχνος από ψεγάδι. Ο ακατηγόρητος. Ο ηθικά και πνευματικά ακηλίδωτος.

  2. «... σπουδάσατε άσπιλοι και αμώμητοι Αυτώ ευρεθήναι» (Β’ Πετρ 2/14. Χωρίς κηλίδα, μώμο, ψεγάδι, λέρωμα.

 

Σ.Ι.Π

Τελευταία Ενημέρωση στις Σάββατο, 11 Ιούνιος 2011 09:58
 
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB