Warning: Memcache::addserver() expects parameter 2 to be long, string given in /home/pinged2/webapps/maranathagr/libraries/joomla/cache/storage/memcache.php on line 84
 Η ΙΟΥΔΑΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ (66-70 μ.Χ.)
spacer.png, 0 kB

alt

" Η έρημος και η άνυδρος θέλουσιν ευφρανθή δι' αυτά, και η ερημία θέλει αγαλλιασθή και ανθήσει ως ρόδον."

Ησαίας 35,1 

 
              ΜΑΡΑΝΑΘΑ!
       Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΥΧΗ
       ΕΛΑ ΧΡΙΣΤΕ ΞΑΝΑ!

    
        ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017       


Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
  1 2 3  4 5 6
7 8 9 10 11 12 13
14 15 16 17 18 19 20
21 22 23 24 25 26 27
28 29 30 31      

spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
Η ΙΟΥΔΑΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ (66-70 μ.Χ.)
Συντάχθηκε απο τον/την Εκδότης   
Τετάρτη, 25 Μάιος 2011 22:24


altΗ μεγάλη εβραϊκή εξέγερση του 66 μ.Χ. κατά της ρωμαϊκής κατοχής, ήταν αποτέλεσμα του πάθους για ανεξαρτησία  και της λαϊκής δυσαρέσκειας  που προκάλεσε η κακή διοίκηση και η βαριά φορολογία των τελευταίων Ρωμαίων κυβερνητών της Ιουδαίας. Μετά από  πόλεμο τεσσάρων ετών η πρωτεύουσα  των Ιουδαίων, Ιερουσαλήμ, πολιορκήθηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς, μαζί με τον περίφημο Ναό του Σολομώντα, τον οποίο είχε κτίσει πάλι ο βασιλιάς Ηρώδης ο Μέγας με την άδεια των Ρωμαίων. Το γεγονός αυτό υπήρξε αποφασιστικής σημασίας στην  ιστορία του ιουδαϊκού λαού, διότι διέγραψε από τον  χάρτη το εθνικό τους κέντρο και προκάλεσε την μεγάλη Διασπορά.

Οι Ιουδαίοι λόγω της θρησκείας τους κατείχαν ξεχωριστή θέση στο μωσαϊκό των υπόδουλων χωρών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας . Ο αδιάλλακτος μονοθεϊσμός τους που τους ωθούσε να αποστρέφονται κάθε υπόνοια ειδωλολατρίας και να θεωρούν ιεροσυλία κάθε παράσταση ζωντανού όντος, και η αυστηρή τήρηση των επιταγών της θρησκείας τους  (περιτομή ,αργία του Σαββάτου, απαγόρευση κατανάλωσης ορισμένων τροφών) δύσκολα τους επέτρεπαν να συμμετέχουν στην ζωή των άλλων εθνών.

Πράγματι στην αρχή ο λαός Ισραήλ είχε αυτή την καλή διάθεση  να υπακούσει στον νόμο του Θεού. «Έπειτα, παίρνοντας το βιβλίο της διαθήκης, το διάβασε σε επήκοον του λαού• και εκείνοι είπαν: Όλα όσα μίλησε ο Κύριος θα τα κάνουμε, και θα υπακούμε.» (Έξοδος 24:7)
 
[…] Η αδυναμία κατανόησης της νοοτροπίας και η αυστηρή προσήλωση των Ιουδαίων στις παραδοσιακές εντολές του μωσαϊκού νόμου, συχνά ωθούσε  τις ρωμαϊκές αρχές να φέρονται με αδεξιότητα και αγριότητα.
   
Ο νόμος  που είχε δώσει ο Θεός στον λαό  διαμέσου του Μωυσή ήταν τέλειος. Δυστυχώς όμως δεν έμεινε καθαρός και ανόθευτος στις συνειδήσεις του λαού διότι οι νομικοί της εποχής, γραμματείς και Φαρισαίοι, προσέθεταν παραδόσεις προς δικόν τους όφελος. Ο Θεός είχε πει πως αν κάποιος τηρούσε τον νόμο μέχρι την τελευταία του κεραία, αυτός και θα ζούσε, κάτι που κανένας δεν κατόρθωσε και ούτε θα μπορούσε να κατορθώσει. Ο νόμος είχε σκοπό να δείξει στον άνθρωπο  πόσο ελλιπής και αδύναμος είναι χωρίς το Πνεύμα  και την βοήθεια του Θεού στη ζωή του. Ο νόμος εξυπηρετούσε στο να ετοιμαστεί η καρδιά του ανθρώπου  για την λύση που θα έδινε τελικά ο Θεός. Και ποια είναι αυτή η λύση; «…το τέλος του νόμου είναι ο Χριστός  προς δικαιοσύνη σε κάθε έναν που πιστεύει» Είναι η ζωή δια της χάρης «και ενώ ήμασταν νεκροί εξαιτίας των αμαρτημάτων, μας ζωοποίησε μαζί με τον Χριστό• (κατά χάρη είστε σωσμένοι)• και μας ανέστησε μαζί του, και μας κάθισε μαζί του στα επουράνια διαμέσου τού Ιησού Χριστού•  για να δείξει στους επερχόμενους αιώνες τον υπερβολικό πλούτο της χάρης του με την αγαθότητά του σε μας εν Χριστώ Ιησού. Επειδή, κατά χάρη είστε σωσμένοι, διαμέσου της πίστης• κι αυτό δεν είναι από σας• είναι δώρο τού Θεού• όχι από έργα, ώστε να μην καυχηθεί κάποιος.» (Εφεσίους 2:5-9)

   Για να μπορέσει να μας σώσει θυσίασε  το μονάκριβο παιδί Του, που ήρθε στον κόσμο για να ανοίξει τα μάτια πρώτα στον λαό Ισραήλ και μετά σε εμάς τα έθνη, δείχνοντάς μας την ουσία του νόμου που δεν είναι τα τυπικά τελετουργικά, οι διάφορες διατάξεις, οι γιορτές,  αλλά το πνεύμα πίσω από τον νόμο, το πνεύμα της αγιότητας και της αγάπης. «Σε κανένα να μην οφείλετε τίποτε, παρά μονάχα το να αγαπάτε ο ένας τον άλλον , εκείνος που αγαπάει τον άλλον εκπληρώνει τον νόμο.» Ρωμαίους 13:8.

[…] Η διαφθορά και η ωμότητα των τελευταίων δύο επάρχων της Ιουδαίας, του Αλβίνου (62-64 μ.Χ.) και του Γέσσιου Φλώρου ,επιτάχυναν την μεγάλη εξέγερση. Η αφορμή δόθηκε την άνοιξη του 66 μ.Χ., όταν ο Γέσσιος Φλώρος θέλησε να παρακρατήσει 17 τάλαντα από τον θησαυρό του ναού (με πρόφαση την καθυστέρηση της καταβολής φόρου στην Ρώμη), υποχρέωσε τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ να δεχθούν στην πόλη τους ένα ρωμαϊκό σώμα στρατού και έδωσε οδηγίες στους στρατιώτες να συμπεριφέρονται προκλητικά προς τους Ιουδαίους.

Ο δυο κύριες εκδηλώσεις της εξέγερσης ήταν η κατάληψη, από τους επαναστάτες υπό τον Ελεάζαρ (γιο του Ιαείρου), του φρουρίου της Μασάντα και η άρνηση του Ελεάζαρ, γιου του αρχιερέα Ανανία και αρχηγού της φρουράς του Ναού, να προσφέρει θυσία για λογαριασμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα  Νέρωνα (54-68 μ.Χ.). Επρόκειτο για ανοικτή κήρυξη πολέμου κατά της ισχυρότερης αυτοκρατορίας.

[…] Την άνοιξη του 67 μ.Χ. ο Νέρων συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη προσοχή σε όσα συνέβαιναν στην Παλαιστίνη. Ανέθεσε την ηγεσία των ρωμαϊκών στρατευμάτων σε έναν  δοκιμασμένο στρατιωτικό, τον Τίτο Φλάβιο Βεσπασιανό (69-79 μ.Χ.), που είχε γίνει διάσημος με την κατάκτηση της Βρετανίας, για να καταστείλει την εξέγερση. Ο Βεσπασιανός αποβιβάστηκε στην Καισάρεια και προήλασε στην Γαλιλαία από την Αντιόχεια, όπου ενώθηκε μαζί του ο γιος του Τίτος (79-81 μ.Χ.), προερχόμενος από την Αλεξάνδρεια. Οι ενωμένες δυνάμεις τους αριθμούσαν  60.000 λεγεωνάριους και βοηθητικούς και σύντομα έκαμψαν την αποφασιστικότητα των Ιουδαίων αντιπάλων τους.

Ο Χριστός είχε έρθει λίγα χρόνια πριν για να δώσει την ειρήνη στον τότε  λαό του Θεού, τους Ιουδαίους, όχι με τον δικό τους τρόπο, αλλά με τον τρόπο του Θεού. Παρόμοια με αυτούς ας μην προσπαθούμε να αυτοδικαιωθούμε και να κάνουμε πόλεμο με έναν εχθρό πολύ πιο δυνατό από εμάς, ειδικά τώρα που ο εχθρός ο δικός μας δεν είναι από σάρκα και αίμα. Ο εχθρός μας ο διάβολος έχασε κάθε του δύναμη και καταδικάστηκε την στιγμή που ο Κύριος Ιησούς Χριστός πέθανε στον σταυρό. Εμπιστεύσου τον Χριστό στη ζωή σου και άφησέ τον να αναλάβει της μάχες σου. Άφησέ τον να λύσει αυτός κάθε σου πρόβλημα είτε είναι μικρό είτε φαντάζει στα μάτια σου μεγάλο σαν της Ρωμαϊκές λεγεώνες.  

[…] O Bεσπασιανός μετά [την άνοιξη του 68 μ.Χ.] ταξίδεψε στην Καισάρεια για να προετοιμάσει την πολιορκία της Ιερουσαλήμ, την οποία είχε αφήσει τελευταία με σκοπό να συγκεντρωθεί στο εσωτερικό της αρκετός πληθυσμός ώστε η πείνα και οι ασθένειες  να την εξαναγκάσουν  γρηγορότερα σε παράδοση. Εκεί πληροφορήθηκε τον θάνατο του Νέρωνα και ανέστειλε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αναμένοντας το αποτέλεσμα της εσωτερικής διαμάχης η οποία ξέσπασε στην Ρώμη. Η διαμάχη εκείνη έληξε με την αναγόρευσή του ως αυτοκράτορα, την 1η  Ιουλίου του 69 μ.Χ. Λίγο πριν οι επιθέσεις ενός νέου στασιαστή ηγέτη, του Σίμωνα, γιου του Γιώρα, τον είχαν αναγκάσει να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Ιουδαίας, και να καταλάβει την Γόφνα, την Ακραβητά , τη Βαιθήλ, την Εφραίμ και τη Χεβρώνα. Μόνο η Ιερουσαλήμ, η Μαχαιρούς, το Ηρώδειο και η Μασάντα παρέμεναν πλέον σε ιουδαϊκα χέρια όταν άφησε την Παλαιστίνη πρώτα για την Αλεξάνδρεια και τελικά για την Ρώμη, αναθέτοντας την τελική διευθέτηση του Ιουδαϊκού Πολέμου στον γιο του Τίτο.

 Αφήνοντας μόνο την IV Λεγεώνα Scythica, να επιτηρεί την υπόλοιπη Παλαιστίνη, τον Απρίλιο του 70 μ.Χ. ο Τίτος περικύκλωσε την Ιερουσαλήμ με τη Λεγεώνα V Macedonica  που έφτασε από την Εμμαούς, τη X Fretensis η οποία βάδισε από την Ιεριχώ, τη XII Fulminata και την έμπειρη  XV ApoIIinaris, την οποία είχε φέρει ο ίδιος από την Αλεξάνδρεια.

 Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είχε προφητεύσει ότι θα ερχόταν καταστροφή πάνω στην πόλη της Ιερουσαλήμ. Αυτή ήταν η κρίσιμη στιγμή στην οποία οι πιστοί του Χριστού έπρεπε να πάρουν τη σωστή απόφαση, να φύγουν από την Ιερουσαλήμ και να σωθούν. Πράγμα που και έκαναν. Η προφητεία βρίσκεται στο κατά Λουκά ευαγγέλιο 21:20-22 «Και όταν δείτε την Ιερουσαλήμ περικυκλωμένη από στρατόπεδα, τότε γνωρίστε ότι πλησίασε η ερήμωσή της. Τότε, αυτοί που είναι στην Ιουδαία, ας φεύγουν στα βουνά• και εκείνοι που είναι μέσα σ' αυτή, ας αναχωρούν έξω• και εκείνοι που είναι στα χωράφια, ας μη μπαίνουν μέσα σ' αυτή. Επειδή, αυτές είναι ημέρες εκδίκησης, για να εκπληρωθούν όλα τα γραμμένα.»

 Στην  Ιερουσαλήμ συνεχιζόταν η διαμάχη για την αρχηγία ανάμεσα σε τέσσερις παρατάξεις: στους Σικάριους του Σίμωνα, γιου του Γιώρα (οι οποίοι κατείχαν την άνω πόλη), στους Ζηλωτές του Ιωάννη των Γισχάλων (που είχαν καταλάβει το φρούριο “Αντωνία” και τη στοά των Εθνικών), στον Ελεάζαρ του Σίμωνα, ο οποίος ήταν επικεφαλής μιας ομάδας που είχε αποσχισθεί από την παράταξη του Ιωάννη κα κατείχε τον Ναό και τη στοά των Ιουδαίων, και στους μετριοπαθείς, οι οποίοι κατείχαν τα υπόλοιπα τμήματα και είχαν συγκεντρωθεί σε ένα τμήμα της άνω πόλης.

Ο Τίτος εγκατέστησε τη ΧΙΙ και την V Λεγεώνα στα Β και στα ΒΔ της πόλης, με τη XV στα μετόπισθεν και τη Χ στο όρος των Ελαιών στα ανατολικά.

 Μέσα στην πόλη ο Ιωάννης είχε δολοφονήσει τον Ελεάζαρ και  είχε πάρει τον έλεγχο του Ναού. Οι εχθροπραξίες όμως συνεχίζονταν ανάμεσα στους οπαδούς του και σε εκείνους του Σίμωνα. Μόλις άρχισαν οι ρωμαϊκές επιθέσεις συμφώνησαν να ομονοήσουν και να αμυνθούν απέναντι στον κοινό εχθρό. Αυτή η άμυνα στηρίχθηκε σε μια τριπλή σειρά οχυρωματικών έργων. Η αρχαιότερη οχύρωση είχε κτισθεί την εποχή των βασιλέων τον 10ο αιώνα π.Χ. Η δεύτερη, προς το εξωτερικό, χρονολογείτο από την εποχή του Εζεκία τον 8ο αιών π.Χ. και η τρίτη, η πιο πρόσφατη, είχε αρχίσει να κατασκευάζεται την εποχή του Αγρίππα Α΄ και συμπληρώθηκε εσπευσμένα από τους πολιορκημένους. Ο Σίμωνας ανέλαβε την υπεράσπιση του βόρειου τομέα και ο Ιωάννης την περιοχή του Ναού και το φρούριο “Αντωνία”. Εκτός από τους υπερασπιστές μέσα στην πόλη είχαν συγκεντρωθεί και χιλιάδες προσκυνητές, οι οποίοι είχαν φθάσει εκεί για να εορτάσουν το Εβραϊκό Πάσχα.

Στις 23 Απριλίου οι Ρωμαίοι πλησίασαν στα τείχη τις πολιορκητικές μηχανές και τους καταπέλτες τους, περίπου στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται η πύλη της Ιόππης. Μόλις σταθεροποίησαν τις θέσεις τους, ο Τίτος ζήτησε την άνευ όρων παράδοση της πόλης. Οι υπερασπιστές απέρριψαν περιφρονητικά της προτάσεις του. Τότε οι Ρωμαίοι άρχισαν την επίθεση,  προσβάλλοντας με τους πανίσχυρους καταπέλτες, οι οποίοι μπορούσαν να εκσφενδονίσουν ογκόλιθους βάρους 50 κιλών σε απόσταση 185 μετρων.   

Στις 25 Μαΐου, μετά από πολιορκία δυο εβδομάδων, οι Ρωμαίοι γκρέμισαν ένα τμήμα της πρώτης προς βορά οχυρωματικής γραμμής και εισέβαλαν στη νέα πόλη. Πέντε μέρες αργότερα  ο Τίτος  κατέλαβε και την δεύτερη γραμμή, όμως οι τολμηρές αντεπιθέσεις των υπερασπιστών τον υποχρέωσαν να αποσυρθεί. Χρειάστηκε να θυσιάσει πολλούς λεγεωνάριους για να ανακτήσει το χαμένο έδαφος μετά από τρεις ημέρες. Στη συνέχεια, παρά τις έντονες ιουδαϊκές αντεπιθέσεις, οι Ρωμαίοι κατέλαβαν και ισοπέδωσαν τις βόρειες συνοικίες της πόλης.

 Ο Τίτος αποφάσισε τότε να δώσει άλλη μια ευκαιρία στους Ιουδαίους να παραδοθούν, για να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία και να λήξει ο πόλεμος. Έστειλε τον Ιώσηπο, τον πρώην στρατηγό της Γαλιλαίας, μπροστά στα τείχη της πόλης  να προσπαθήσει να πείσει τους ομοθρήσκους του να παραδοθούν. Μάταια εκείνος τους ικέτευσε να παραδοθούν για να αποφύγουν μεγαλύτερες συμφορές. Οι πολιορκημένοι και πάλι αντιμετώπισαν τις προτάσεις με περιφρόνηση. Ο Τίτος έκλαψε όταν συνειδητοποίησε ότι ο Ναός θα καταστρεφόταν  παρά τη θέλησή του. Οι αμυνόμενοι επέμεναν στη μάταιη αντίστασή τους.  Απίστευτα περιστατικά ηρωισμού και αυτοθυσίας σημειώθηκαν τότε, αναφέρει ο Ιωσηπος.

Ακολούθως ο Τίτος αποφάσισε να αποκλείσει τελείως την πόλη για να αποτρέψει εξόδους τολμηρών, οι οποίοι έβγαιναν  τη νύχτα από τα τείχη σε  αναζήτηση τροφών. Μέχρι τότε όσοι συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν και σταυρώνονταν σε σημεία τέτοια ώστε να τους βλέπουν οι υπερασπιστές της πόλης. Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι λόφοι γύρω από την Ιερουσαλήμ γέμισαν από σταυρούς. Μόνο η έλλειψη ξύλου ανάγκασε τους Ρωμαίους να σταματήσουν τη φρικτή τιμωρία. Έπειτα κτίστηκε ένα τείχος μήκους 39 σταδίων και από την εξωτερική πλευρά 13 οχυρά με πυκνές σκοπιές ,που δεν άργησαν να φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μέσα στην πόλη η πείνα άρχισε να θερίζει. Αναφέρει ο Ιώσηπος «Οι γυναίκες άρπαζαν την τροφή τον ανδρών τους, τα παιδιά των πατέρων τους και, το χειρότερο, οι μητέρες άρπαζαν την τροφή από το στόμα των νηπίων ακόμα παιδιών τους, και ενώ τα πιο αγαπητά τους πλάσματα μαραίνονταν στην αγκαλιά τους, καμιά φειδώ δεν της συγκρατούσε να μην τους αφαιρέσουν τις λιγοστές σταλαγματιές ζωής. Οι επαναστάτες ήταν πανταχού παρόντες, έσπαζαν τις  πόρτες των σπιτιών και έφθαναν να βγάζουν τις μπουκιές που είχαν μισοκαταπιεί οι ένοικοι από τον φάρυγγά τους.»[…]

Πολύ σύντομα σημειώθηκαν και κρούσματα ανθρωποφαγίας, με αποκορύφωμα να φθάσει μία γυναίκα να σκοτώσει, να ψήσει και να φάει τον μικρό γιο της. Το φρικτό αυτό συμβάν έφθασε γρήγορα στα αυτιά των Ρωμαίων και τελικά το πληροφορήθηκε και ο Τίτος, ο οποίος, σε μια έκρηξη οργής, αποφάσισε να θάψει αυτό το απεχθές περιστατικό της τεκνοφαγίας κάτω από τα ερείπια της πόλης, για να μην αντικρίσει ποτέ πάλι ο ήλιος πόλη όπου οι μητέρες τρέφονταν με τέτοιο τρόπο.

[…] Στο μεταξύ οι επιθέσεις των Ρωμαίων συνεχίζονταν νυχθημερόν. Στις 24 Ιουλίου κατέλαβαν την άνω πόλη με το φρούριο “Αντωνια”, εκεί όπου ο Ιησούς Χριστός είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Οι Ρωμαίοι διέλυσαν κυριολεκτικά το οχυρό, του οποίου οι τοίχοι άγγιζαν τον περίβολο του Ναού, τον οποίο υπερασπίζονταν με λύσσα οι Ζηλωτές. Ο Τίτος έστειλα τότε κήρυκες να προτείνουν για τελευταία φορά την παράδοση της πόλης. Οι φανατικοί  υπερασπιστές της στα όρια πλέον της αντοχής τους, αρνήθηκαν πάλι να παραδοθούν.

 Όλες οι προσπάθειες των Ρωμαίων στη συνέχεια επικεντρώθηκαν στο Ναό, που ήταν το κάντρο της αντίστασης. Η αυτοθυσία και ο ηρωισμός των Ζηλωτών ανάγκασαν τους Ρωμαίους να προχωρούν αργά, υφιστάμενοι τρομερές απώλειες. Στις 28 Αυγούστου ο Τίτος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο για να προετοιμάσει την τελική επίθεση. Μερικοί πίστευαν ότι έπρεπε να εφαρμοσθεί ο νόμος του πολέμου, καθώς οι Ιουδαίοι δεν θα σταματούσαν ποτέ την επανάσταση όσο ο Ναός ήταν το κέντρο της συσπείρωσής τους. Άλλοι είπαν ότι αν οι Ιουδαίοι τον εγκατέλειπαν και δεν τοποθετούσαν εκεί όπλα, μπορούσε να σωθεί, ενώ αν ανέβαιναν εκεί για να πολεμήσουν έπρεπε να πυρποληθεί, διότι δεν θα ήταν πια ναός, αλλά φρούριο και έτσι η ασέβεια θα προερχόταν από εκείνους που ανάγκασαν τους Ρωμαίους να πάρουν τέτοια μέτρα. Ο Τίτος είπε ότι, ακόμα και αν οι Ιουδαίοι ανέβαιναν και πολεμούσαν από εκεί, δεν θα επέβαλλε εκδίκηση στα άψυχα αντί για τους ανθρώπους και πως, όποιες και αν ήταν οι συνθήκες, ποτέ δεν θα πυρπολούσε ένα τέτοιο έργο, διότι η απώλεια θα έβλαπτε τους Ρωμαίους, ενώ αν αυτό σωζόταν θα παρέμενε ένα από τα στολίδια της αυτοκρατορίας.

Την επόμενη μέρα (οι μελετητές αμφιταλαντεύονται μεταξύ της 29ης και της 30ής  Αυγούστου) άρχισε η επίθεση. Μετά από σθεναρή αντίσταση ο Ναός περικυκλώθηκε από τους Ρωμαίους, οι οποίοι έτρεψαν τους Ιουδαίους σε φυγή και τους κατεδίωξαν μέχρι το ιερό. Ο Ιώσηπος μας μεταφέρει: «Εκείνη τη στιγμή ένας από τους στρατιώτες, μη περιμένοντας διαταγές και χωρίς φρίκη για την τόσο τρομερή πράξη, αλλά ενεργώντας από κάποια υπερφυσική παρόρμηση, άρπαξε έναν πυρσό, και αφού τον σήκωσε κάποιος από τους συντρόφους του, πέταξε το φλεγόμενο βλήμα μέσα από ένα χρυσό άνοιγμα που οδηγούσε από την βόρεια πλευρά στα δωμάτια που ήταν γύρω από τον Ναό. Καθώς η φλόγα υψώθηκε ψηλά, κραυγή ισάξια της συμφοράς σηκώθηκε από τους Ιουδαίους, που συγκεντρώθηκαν για να σώσουν τον Ναο, χάνοντας κάθε σκέψη για αυτοπροστασία ή φύλαξη τον δυνάμεών τους, τώρα  που το αντικείμενο όλης της προηγούμενης επαγρύπνησής τους χανόταν. Κάποιος έτρεξε και ανήγγειλε τα νέα στον Τίτο, που ξεκουραζόταν στη σκηνή του από τη συμπλοκή. Εκείνος πετάχτηκε όπως ήταν και έτρεξε στον Ναό για να αναχαιτίσει την πυρκαγιά. […] Ο Καίσαρας (σ.σ  οΤίτος) με τη φωνή του και με το χέρι έδωσε σήμα στους πολεμιστές να σβήσουν τη φωτιά, εκείνοι όμως δεν άκουσαν  ούτε τις φωνές του, πνιγμένες καθώς ήταν στη δυνατή βοή που είχαν στα αυτιά τους, ούτε έδωσαν προσοχή στο χέρι που έκανε σινιάλο, απορροφημένοι καθώς ήταν με τη μάχη και την οργή τους. Η ορμητικότητα των λεγεωναρίων καθώς ρίχνονταν στη μάχη ήταν τέτοια που ούτε οι προτροπές ούτε οι απειλές μπορούσαν να τους συγκρατήσουν - το πάθος ήταν για όλους ο μόνος οδηγός. Συνωστισμένοι γύρω από τις εισόδους, πολλοί ποδοπατήθηκαν από τους συντρόφους τους, ενώ πολλοί σκόνταφταν στα ακόμα ζεστά και φλεγόμενα ερείπια των στοών και υπέφεραν τη μοίρα των νικημένων. Καθώς πλησίαζαν στο ιερό, προσποιούνταν ότι δεν άκουγαν τις διαταγές του Καίσαρα και φώναξαν σε εκείνους που ήταν μπροστά να πετάξουν τους πυρσούς. Οι επαναστάτες, από την πλευρά τους αδυνατούσαν να βοηθήσουν καθώς από όλος τις πλευρές γινόταν σφαγή και υποχώρηση. Γύρω από το ιερό σωρός από πτώματα είχε μαζευτεί, στα σκαλοπάτια του ναού έρρεε το αίμα και τα κορμιά των θυμάτων που είχαν σκοτωθεί επάνω γλιστρούσαν κάτω. Ο Καίσαρας κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να συγκρατήσει την ορμητικότητα των τρελαμένων στρατιωτών, που η φωτιά είχε γίνει κύριός τους. Πέρασε με τους στρατηγούς του μέσα και κοίταξε το Άγιο του Ναού και όλα όσα περιείχε - πράγματα που ήταν πολύ ανώτερα από τις περιγραφές που κυκλοφορούσαν μεταξύ των ξένων και όχι κατώτερα της φήμης που απολάμβαναν μεταξύ των Ιουδαίων. Καθώς οι φλόγες δεν είχαν ακόμη διεισδύσει στο εσωτερικό, αλλά έκαιγαν τα δωμάτια που περικύκλωναν τον Ναό, ο Τίτος σωστά υπέθεσε ότι το κτίσμα θα μπορούσε ακόμα να σωθεί. Όρμησε λοιπόν έξω και με προσωπική παράκληση προσπάθησε να πείσει τους στρατιώτες να σβήσουν τη φωτιά, ενώ ταυτόχρονα έδωσε οδηγίες στον Λιβεράλιο, χιλίαρχο της σωματοφυλακής των λογχοφόρων, να συγκρατήσει, δέρνοντάς τον με τα μπαστούνια, οποιονδήποτε δεν υπάκουε τις διαταγές. Αλλά τόσο τον σεβασμό τους προς τον Καίσαρα, όσο και τον φόβο τους προς τον αξιωματικό που τους εμπόδιζε, τα ξεπερνούσε η οργή, το μίσος τους για τους Ιουδαίους και η δίψα για μάχη. Οι περισσότεροι παρακινούνταν από την ελπίδα της λεηλασίας, πιστεύοντας ότι τα εσωτερικό ήταν γεμάτο θησαυρούς, βλέποντας άλλωστε πως και ο περίβολος ήταν φτιαγμένος από χρυσό. Πάντως το τέλος επισπεύσθηκε από κάποιον από εκείνους που είχαν μπει στο κτίριο και που, όταν ο Καίσαρας έτρεξε να εμποδίσει τους στρατιώτες, πέταξε πύρινο βλήμα στους μεντεσέδες της πύλης. Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά φωτιά από μέσα και οι στρατηγοί με τον Καίσαρα αποχώρησαν και δεν έμεινε κανείς να εμποδίσει αυτούς που ήταν έξω να βάλουν φωτιά. Έτσι ενάντια στις επιθυμίες του Καίσαρα, ο Ναός πυρπολήθηκε.»

[…] Οι Ρωμαιοι, καθώς οι επαναστάτες είχαν καταφύγει στην πόλη και ο Ναός, όπως και κάθε τι τριγύρω, ήταν τυλιγμένος στις φλόγες, μετέφεραν τις σημαίες στο προαύλιο του Ναού, τις έστησαν απέναντι από την ανατολική πύλη, θυσίασαν σε αυτές και με μεγάλες επευφημίες χαιρέτησαν το Τίτο ως αυτοκράτορα.

Oι Ζηλωτές δεν συνθηκολόγησαν, παρά τις μεγάλες απώλειές τους. Αφού έφυγαν από τον Ναό μετέβησαν στην Άνω πόλη με τον αρχηγό τους, Ιωάννη των Γισχάλων, ενώ ο Σίμων με λίγους Σικάριους κατέφυγε στο οχυρό ανάκτορο του Ηρώδη. Από εκεί ζήτησαν να διαπραγματευτούν με τον Τίτο: να τους αφήσει να εγκαταλείψουν την πόλη με τις οικογένειές τους και να κινηθούν προς την έρημο. Αγανακτισμένος από την αυθάδειά τους ο Τίτος απέρριψε τις προτάσεις τους και συνέχισε την πολιορκία, με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι τελευταίοι επαναστάτες  να παραδοθούν και να συλληφθούν. Σκοτώνοντας και λεηλατώντας οι νικητές κυρίευσαν την πόλη, που τόσο αίμα τους είχε στοιχίσει.

 Όταν οι στρατιώτες κουράστηκαν να σκοτώνουν, άρχισε να εμφανίζεται το πλήθος των επιζώντων. Ο Καίσαρας διέταξε να σκοτώνουν μόνον όσους έβρισκαν οπλισμένους και τους υπόλοιπους να τους συλλαμβάνουν. Οι ηλικιωμένοι και ανάπηροι εσφάγησαν, ενώ οι ομορφότεροι και ψηλότεροι επιλέχθηκαν για τον θρίαμβο. Όσοι ήταν άνω των 17 ετών, στάλθηκαν αλυσοδεμένοι για καταναγκαστική εργασία στην Αίγυπτο. Πολλοί χαρίστηκαν στις διάφορες επαρχίες, για να πεθάνουν στα θέατρα από μονομάχους η από θηρία. Όσοι ήταν κάτω από 17 ετών πωλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της επιλογής περίπου 11.000 φυλακισμένοι πέθαναν από την πείνα, τόσο εξαιτίας του μίσους των φρουρών που δεν τους έδιναν φαγητό, όσο και εξαιτίας της δικής τους άρνησης όταν τους προσφερόταν.

 Οι απώλειες των Εβραίων ήταν τεράστιες. Ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης υπήρχαν εκεί 600.000 άτομα. Ο Ιώσηπος σημειώνει 97.000 αιχμαλώτους και 1.100.000 νεκρούς, χωρίς να υπολογίζει τις χιλιάδες που σταυρώθηκαν η εσφάγησαν πριν την άλωση της πόλης. Οι αριθμοί αυτοί σήμερα θεωρούνται υπερβολικοί και εκτιμάται ότι η αλήθεια βρίσκεται περίπου στο μισό.

Στις 28 Σεπτεμβρίου ο Τίτος διέταξε τους στρατιώτες του να ισοπεδώσουν την πόλη και τον Ναό, αφήνοντας μόνο τους ψηλότερους πύργους, Φασάηλο, Ιππικό και Μαριάμμη, και το τμήμα του τείχους που κάλυπτε την Ιερουσαλήμ από τα δυτικά.

[…] Η λεία που μεταφέρθηκε στη Ρώμη υπήρξε κολοσσιαία. Μεταξύ των πολυτιμότερων θησαυρών οι οποίοι εναποτέθηκαν στον ναό της Ειρήνης που έκτισε αργότερα ο Βεσπασιανός, ήταν μια χρυσή τελετουργική τράπεζα βάρους πολλών ταλάντων, η περίφημη επτάφωτη λυχνία, το σύμβολο του Ιουδαϊσμού, επίσης από ατόφιο χρυσό, ο Ιουδαϊκός νόμος και τα πορφυρά παραπετάσματα του σηκού του Ναού.

Ο πληθυσμός της Ιερουσαλήμ που επέζησε του πολέμου πωλήθηκε στα σκλαβοπάζαρα ή εκδιώχθηκε με τη βία από την περιοχή, η οποία ανακηρύχθηκε απαγορευμένη, επί ποινή θανάτου, για τους Εβραίους και τους χριστιανούς που θα επιχειρούσαν να επισκευθούν τα ερείπια. […] Η Ιουδαία μεταβλήθηκε σε ρωμαϊκή επαρχία με έδρα την Καισάρεια και η Χ Λεγεώνα εγκαταστάθηκε μόνιμα στη ρημαγμένη πόλη.

[…] Ο Ιουδαϊσμός ως θρησκεία επεβίωσε αλλά δεν είχε πλέον σαν κέντρο λατρείας τον Ναό ή οποιοδήποτε άλλο εθνικό κέντρο. Το 1948 ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ στην περιοχή της αρχαίας Ιουδαίας.

O Θεός έλεγε για αυτόν τον λαό ότι με τα χείλη του μόνο Τον τιμούσε:  «Γι' αυτό, ο Κύριος λέει: Επειδή ο λαός αυτός με πλησιάζει με το στόμα του, και με τιμάει με τα χείλη του, αλλ' η καρδιά του απέχει μακριά από μένα…» Ησαΐας 29:13. Αυτό που πάντα ήθελε ο Θεός από τον άνθρωπο ήταν η καρδιά του. Ας θυμηθούμε την συνάντηση που είχε ο Χριστός με την Σαμαρείτισσα. «Ο Ιησούς της λέει: Γυναίκα, πίστεψέ με, ότι, έρχεται ώρα, κατά την οποία ούτε σε τούτο το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήσετε τον Πατέρα. Εσείς προσκυνάτε εκείνο που δεν ξέρετε• εμείς προσκυνούμε εκείνο που ξέρουμε• επειδή, η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους. Όμως, έρχεται ώρα, και ήδη είναι, όταν οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με πνεύμα και με αλήθεια• επειδή, ο Πατέρας τέτοιου είδους ζητάει να είναι εκείνοι που τον προσκυνούν. Ο Θεός είναι πνεύμα• και εκείνοι που τον προσκυνούν με πνεύμα και με αλήθεια πρέπει να τον προσκυνούν.»
Κατά Ιωάννη 4:21-24

Αν ο λαός Ισραήλ πρόσεχε τα λόγια του Χριστού, θα είχε αποφευχθεί αυτή η καταστροφή και ο λαός δεν θα διασκορπιζόταν σε όλη τη γη. Ο Ναός όμως καταστράφηκε και τα ερείπια στέκουν εκεί για να μας θυμίζουν ότι η σωτηρία έρχεται από την υπακοή στον Θεό και στον Υιό Του, και όχι από την προσήλωση σε παραδόσεις.  

Ο Χριστός ζητά από μας με μετάνοια και ειλικρινή πίστη να τον ακολουθήσουμε. Μπορούμε να λατρεύουμε τον Θεό κάτω από όλες τις συνθήκες της ζωής μας, είτε έχουμε χαρά, είτε περνάμε θλίψεις. Να δοξάζουμε, να προσευχόμαστε, να ευχαριστούμε τον Θεό σε οποιοδήποτε μέρος της γης ζούμε μέχρι το τέλος της ζωής μας. Η παρουσία του Θεού δεν δεσμεύεται μέσα σε χειροποίητους και περίτεχνους Ναούς, αλλά καταλαμβάνει τις καρδιές όλων των ανθρώπων που Τον αγαπούν πραγματικά, και θέλουν να ακολουθήσουν την «Στενή και τεθλιμμένη οδό» που το τέλος της οδηγεί  σε μια ένδοξη αιώνια ζωή μαζί Του.

Φίλε αναγνώστη μην αφήνεις την ευκαιρία να περάσει, πρόκειται για την σωτηρία σου, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Ό,τι έχει απομείνει από την συνείδηση του Θεού μέσα μας,  μας σπρώχνει στο να γνωρίσουμε τον ένα και μοναδικό Θεό – τον δημιουργό μας! Η δημιουργία του μας διδάσκει, η Ιστορία μας διδάσκει ότι υπάρχει Θεός, ότι δεν υπάρχει σύμπτωση  και τύχη σε αυτόν που αγαπά και θέλει να είναι με τον Θεό. Μάθε τι θέλει ο Θεός από σένα διαβάζοντας τον Λόγο του, την ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ.



•    Ιστορικό κείμενο από περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία», Εκδόσεις Περισκόπιο, τ.118, 2006.
•    Σχόλια από συνεργάτη του maranatha.




Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 16 Νοέμβριος 2016 23:06
 
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB